Η προσέγγιση του θανάτου κατά την παιδική ηλικία

Ο θάνατος είναι από τα πλέον δύσκολα θέματα που έχει να διαχειριστεί κανείς. Ιδιαίτερα δε, όταν πρέπει, παράλληλα με το να το διαχειριστεί, να το συζητήσει με ένα παιδί.

Ο λόγος που κάποιος μπορεί να κληθεί να συζητήσει κάτι τέτοιο, είναι είτε λόγω κάποιας τυχαίας αιτίας/αφορμής είτε επειδή ένα παιδί κάνει ερωτήσεις σχετικά με αυτό είτε γιατί συνέβη ή πρόκειται να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός απώλειας και το παιδί πρέπει να προετοιμαστεί κατάλληλα. Θα πρέπει να σημειωθεί όμως και το ότι μπορεί ένας γονιός να αποφασίσει να μιλήσει στο παιδί του για δύσκολα θέματα, όπως είναι ο θάνατος, στην προσπάθειά του να το προετοιμάσει για κάποιες αλήθειες της ζωής.

Το θέμα του θανάτου είναι ίσως από τα δυσκολότερα, γιατί συνοδεύεται από την πραγματικότητα του αναπόδραστου και μόνιμου, ανασύρει δικές μας φοβίες και μνήμες και συνοδεύεται από μεγάλο πόνο.

Ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου αναγνωρίζεται ως μια από τις πιο στρεσσογόνες καταστάσεις που μπορεί να βιώσει ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του και ο οποίος έπειτα απαιτεί σημαντικότατη ψυχολογική προσαρμογή.

Τα παιδιά συνήθως πενθούν περισσότερο από τις άλλες απώλειες, την απώλεια ενός γονιού. Παρόλα αυτά, η απώλεια οποιουδήποτε προσώπου που αγαπούν και θεωρούν σημαντικό (π.χ. αδέρφια, άλλο οικογενειακό πρόσωπο, δάσκαλοι, φίλοι) και στο οποίο είναι προσκολλημένα είναι επίσης ένα πένθος.

Είναι σημαντικό και βοηθητικό να μιλά κανείς στο παιδί για το θάνατο από τις πιο μικρές ηλικίες, παίρνοντας ως αφορμή την απώλεια ενός πιο μακρινού συγγενούς ή φιλικού προσώπου ή την απώλεια/θάνατο ενός κατοικίδιου.

Το παιδί πρέπει να είναι έγκαιρα ενημερωμένο και, όταν παραστεί η ανάγκη, να αναγνωριστούν και να καλυφθούν οι ανάγκες του, με ειλικρίνεια, απλότητα, φροντίδα και ψυχραιμία.

Όπως όλες οι απώλειες, αυτή, η υπέρτατη απώλεια, έρχεται με τα στάδια αντιμετώπισής της: την άρνηση, το θυμό, τη διαπραγμάτευση, τη θλίψη, την αποδοχή. Δεν είναι πάντα με αυτή τη σειρά, δεν είναι πάντα στη διαδοχή τους ξεκάθαρα, δεν είναι ο χρόνος που κρατούν συγκεκριμένος.

Το φυσιολογικό περιθώριο που χρειάζεται για μια φυσιολογική διεργασία πένθους είναι μεγάλο και μπορεί να διαρκέσει έως και δυο χρόνια, ιδιαίτερα, αν το άτομο που ‘’χάνεται’’ είναι ιδιαίτερα κοντά στο παιδί.

Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι συχνά τα παιδιά καταπιέζουν τα συναισθήματα τους για να προστατέψουν τους σημαντικούς γι’ αυτά ενήλικες. Επίσης, συχνά οι ενήλικες, βουτηγμένοι μέσα στο δικό τους πένθος παραγνωρίζουν την συμπτωματολογία των παιδιών.

Όλοι, μικροί και μεγάλοι, χρειαζόμαστε μία περίοδο για να αποχαιρετήσουμε ό,τι χάσαμε, να γνωρίσουμε τη νέα πραγματικότητα και να συμβιβαστούμε μαζί της. Παρόλο που τα παιδιά δεν κατανοούν το θάνατο με τον ίδιο τρόπο όπως οι ενήλικοι ούτε και θρηνούν με τον ίδιο τρόπο, η διαδικασία του πένθους αυτή καθ’ αυτή είναι σε πολλά σημεία κοινή με αυτή των ενηλίκων.

Συνήθως τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου, απ’ ότι νομίζουμε. Ο θάνατος υπάρχει μέσα στα παραμύθια, στα παιχνίδια τους και μέσα στην καθημερινή ζωή (π.χ. πάτησαν ένα μυρμήγκι και πέθανε). Ανεξάρτητα, λοιπόν από το στάδιο στο οποίο βρίσκονται, συχνά έχουν ακούσει και δει διάφορα που σχετίζονται στα «περί θανάτου».

Οι έφηβοι συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι, όπως και οι ίδιοι είναι θνητοί. Επίσης μπορούν να δώσουν μεταφυσικές και συμβολικές ερμηνείες στο θάνατο.

Πέρα από την ηλικία, ρόλο στο πώς βιώνει το πένθος ένα παιδί έχει να κάνει με το φύλο του. Συχνά τα κορίτσια έχουν την τάση να εσωτερικεύουν τα προβλήματά τους και να τα μετατρέπουν σε θλίψη, άγχος και γενικά δυσκολίες συναισθηματικού τύπου. Τα αγόρια, από την άλλη, είναι πιθανόν να κρύψουν τη θλίψη τους μέσα από δύσκολες έως και επιθετικές συμπεριφορές. Έτσι, στα μεν κορίτσια μπορεί να μη δώσουμε σημασία όμως δεν ‘’ενοχλούν’’, και στα δε αγόρια να γίνουμε επικριτικοί χωρίς να συνδυάσουμε τη συμπεριφορά τους με την απώλεια που βιώνουν.

Ιδιαίτερα στην εφηβεία μπορεί να βιώσουν οργή προς το θεό, τη μοίρα, τους γιατρούς. Κάποιες φορές να φέρονται σα να μην τους νοιάζει, άλλες φορές να αναλάβουν να αντικαταστήσουν το γονέα που χάθηκε, να παραμένουν εκτός παρέας για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, να προβούν σε παραβατικές συμπεριφορές ή και «φυγή» με τη βοήθεια ουσιών.

Η επεισοδιακή (όχι σταθερά μόνιμη) έκφραση του πένθους στα παιδιά και τους εφήβους πηγάζει από την ικανότητα τους να αποσπούν τους εαυτούς τους από την ίδια την διαδικασία του πένθους μέσω κοινωνικών δραστηριοτήτων, αλλά και δραστηριοτήτων παιχνιδιού.

Οι όροι απώλεια, θλίψη και πένθος σχετίζονται με την ψυχολογική αντίδραση του ατόμου στον χαμό κάποιου κοντινού τους προσώπου. Απώλεια είναι μια κατάσταση στέρησης από το αγαπημένο μας πρόσωπο. Θλίψη είναι ο υποκειμενικός τρόπος με τον οποίο βιώνουμε το αίσθημα της λύπης για την απώλεια αυτή. Πένθος είναι η κατάσταση μιας ιδιάζουσας συμπεριφοράς η οποία χαρακτηρίζεται από νοσταλγία και ανάμνηση για το προσφιλές πρόσωπο.

Η έντονη περίοδος αυτών των βιωμάτων, υπό κανονικές συνθήκες περνά μέσα σε μερικούς μήνες. Ο βαθμός και τα χρονικά όρια συνέχισής τους έχουν άμεση σχέση όπως ο τρόπος και η αναμονή του θανάτου, η ηλικία του αποθανόντος και οι σχέσεις με τους πενθούντες.

Η θλίψη και η κατάθλιψη έχουν μεγάλο βαθμό ομοιότητας μεταξύ των συμπτωμάτων τους. Βασικό κριτήριο διαχωρισμού τους είναι ο βαθμός σχετικότητας της δεδομένης ψυχοσυναισθηματικής αντίδρασης για το συγκεκριμένο συμβάν.

Όταν υπάρξει η συνειδητοποίηση της απώλειας έχουμε έξαρση των συγκινησιακών συμπτωμάτων:

  • όνειρα, σχετιζόμενα με τον αποθανόντα
  • αυτοενοχοποίηση για το θάνατο αυτό
  • πεποίθηση πως θα έπρεπε να πεθάνει ο πενθών και όχι ο αποθανών
  • ψευδαίσθηση ότι ο αποθανών είναι ζωντανός (και πιθανές παραισθήσεις)
  • αναμάσημα του συμβάντος
  • έντονες αναμνήσεις
  • αίσθηση για φυσική παρουσία του αποθανόντα
  • συμπτώματα κατάθλιψης που παρατηρούνται σε περισσότερες από 50% των περιπτώσεων. Τα πιο συχνά είναι υποτονικότητα, διαταραγμένος ύπνος, κλάμα, αποδιοργάνωση, απόγνωση, απάθεια, έλλειψη ορέξεως, απώλεια βάρους, κόπωση, αναποφασιστικότητα, ανησυχία, έλλειψη ενδιαφέροντος.
  • αυτοκτονικός ιδεασμός, σχετιζόμενος με έλλειψη νοήματος ή αφόρητων ενοχικών ή άλλων επώδυνων συναισθημάτων.
  • Κοινωνική απόσυρση και απόρριψη στήριξης από τον περίγυρο.
  • Συχνές επισκέψεις στον τάφο και αναφώνηση του ονόματος του αποθανόντος.
  • Επικέντρωση πάνω σε αγαπημένες φωτογραφίες.
  • Αισθήματα θυμού προς μέλη της οικογένειας, εμπλεκόμενους γιατρούς ή προς τον ίδιο τον εαυτό του.

Ο θρήνος και το σύνολο των προσωπικών αντιδράσεων στο θάνατο του αγαπημένου προσώπου δεν έχει καθορισμένο χρονικό τέλος και αναβιώνει σε επόμενα στάδια της εξέλιξης του παιδιού. Σημαντικές αλλαγές στη νοητική του ανάπτυξη, στη συναισθηματική και κοινωνική του ζωή, ξαναφέρνουν ενίοτε στην επιφάνεια τον θρήνο, δίνοντας έτσι στο παιδί την ευκαιρία να διερευνήσει περαιτέρω το νόημα στην απώλεια που έζησε. Ο θρήνος εκδηλώνεται μέσα από το σώμα, τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του παιδιού.

Οι ανάγκες ενός παιδιού που θρηνεί είναι:

Α. Να κατανοήσει ακριβώς τι συνέβη στο αγαπημένο του πρόσωπο και γιατί.

Β. Να έρθει σε επαφή και να εκφράσει τα συναισθήματα που του προκαλεί η απώλεια.

Γ. Να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση του αγαπημένου του προσώπου.

Δ. Να αισθάνεται ότι μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του και να επενδύσει σε άλλες σχέσεις.

Ε. Να δέχεται στήριξη από το περιβάλλον του.

Η απόκρυψη της πραγματικότητας ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών δεν προστατεύει τα παιδιά, αλλά τους δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Επίσης, η αποσιώπηση κάνει τα παιδιά να αισθάνονται μόνα και αποκομμένα, να δίνουν δικές τους ερμηνείες, συχνά πιο τρομακτικές από την πραγματικότητα.

Η ενημέρωση πρέπει να γίνεται άμεσα, με ειλικρίνεια και ακρίβεια, με λέξεις απλές και ρεαλιστικές, χωρίς αχρείαστες λεπτομέρειες. Η πραγματικότητα, αν και οδυνηρή, δεν αλλάζει. Μπορεί να εξηγηθεί τι συμβαίνει, όταν πεθαίνει κάποιος, λέγοντας π.χ., ότι «το σώμα του σταματά να λειτουργεί, η καρδιά του δεν χτυπάει πια, δεν σκέφτεται, δεν αισθάνεται». Οι μεταφυσικές ερμηνείες δεν κατανοούνται εύκολα από τα μικρά παιδιά, που έχουν λόγο κυριολεκτικό.

Πρώτα λοιπόν, πρέπει να καταλάβει το παιδί την οριστική παύση των οργανικών λειτουργιών και το μη αναστρέψιμο του θανάτου. Μπορούμε να πούμε «βάζουμε το σώμα σε ένα κουτί που το λέμε φέρετρο και το θάβουμε στη γη, στο νεκροταφείο». Μόνον όταν το παιδί ρωτήσει τι συμβαίνει μετά το θάνατο, μπορούμε να πούμε για προσωπικές ή θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή απλά «δεν ξέρω’». Μπορούμε να προσθέσουμε ότι για θέματα δύσκολα όπως ο θάνατος, υπάρχουν ερωτήσεις που δεν γνωρίζουμε την απάντηση. Είναι καλό, ωστόσο, να δίνουμε σταθερά τις ίδιες απαντήσεις στο παιδί, καθώς με αυτόν τον τρόπο καλλιεργείται ένα αίσθημα εμπιστοσύνης και σταθερότητας. Πρέπει να δοθεί χρόνος στην έκφραση συναισθήματος και όχι σε πληροφορίες που δεν ζητούνται.

Δεν χρειάζεται να λέμε όσα ξέρουμε στο παιδί. Με ειλικρίνεια καλό είναι να λέμε όσα ζητά να μάθει και όχι παραπάνω, αναλογιζόμενοι πάντα την ηλικία και το γνωστικό του επίπεδο, τις δικές του ανάγκες, χωρίς τυποποιημένες απαντήσεις.

Όταν γύρω όλα αλλάζουν, οι σταθερές οικογενειακές αξίες είναι πηγή ασφάλειας. Το παιδί, λοιπόν, πρέπει να δει τι θα εξακολουθήσει να είναι το ίδιο τώρα που υπήρξε η μεγάλη αλλαγή της απώλειας και τι προοπτικές υπάρχουν. Ακόμα και οι κανόνες πειθαρχίας και συμπεριφοράς που ίσχυαν πριν, καλό είναι να εξακολουθήσουν να ισχύουν μέσα σε κλίμα σταθερότητας και μη ύπαρξης άλλων αλλαγών που μπορούμε να αποφύγουμε. Αλλά και το παιχνίδι και οι ξένοιαστες ώρες πρέπει να εξακολουθήσουν να υπάρχουν, χωρίς το παιδί να νιώθει ότι προδίδει αυτόν που πέθανε.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ενημερωθούν ώστε να κατανοήσουν δυσκολίες που είναι δυνατόν να εκδηλώσει το παιδί στη συγκέντρωση, στη μάθηση, στη συμπεριφορά. Έτσι, θα δώσουν το χρόνο που χρειάζεται ώστε το παιδί να διαχειριστεί τη δυσκολία του και να προσαρμοστεί.

Σε γιορτές, διακοπές, γενέθλια, επετείους, η απώλεια μπορεί να είναι πιο εμφανής και η απουσία εντονότερη, άρα τα μέλη της οικογένειας πρέπει να μιλήσουν με το παιδί για το πώς θα προτιμούσε να τα περάσουν.

Η συμμετοχή του παιδιού στο οικογενειακό πένθος μπορεί να προταθεί, χωρίς όμως να γίνει υποχρεωτική. Η συμμετοχή εξαρτάται από την ηλικία, την ικανότητα να κατανοήσει, την ψυχοσυναισθηματική ιδιοσυγκρασία, τη σχέση με το θανόντα, το λοιπό περιβάλλον, το τι θέλει το ίδιο.

Κατά τις διαδικασίες αυτές το παιδί μπορεί να κατανοήσει, αλλά μπορούμε κι εμείς να το ενισχύσουμε σε αυτό, ότι δεν έφταιγε εκείνο για το θάνατο που συνέβη, ότι δεν τον προκάλεσε και ότι δεν μπορούσε να έχει κάνει κάτι για να τον ανατρέψει.

Το παιδί είναι σημαντικό να νιώσει ελεύθερο να εκφραστεί, όμως πρέπει να σεβαστούμε και τη σιωπή του όταν επιλέγει τη σιωπή. Εμείς πρέπει να δηλώσουμε ότι είμαστε πρόθυμοι να το ακούσουμε όταν εκείνο θελήσει.

Τότε, χωρίς κριτική και χωρίς να του πούμε πώς πρέπει να αισθάνεται, πρέπει να τονίσουμε ότι ό,τι κι αν νιώθει, όσο μπερδεμένο ή οδυνηρό ή θυμωμένο κι αν είναι, είναι φυσιολογικό. Μπορούμε να κλάψουμε μαζί. Έτσι θα νιώσει ότι δεν είναι μόνο του στον πόνο του, αλλά και ότι αποδεχόμαστε τα δικά μας οδυνηρά συναισθήματα. Μια αγκαλιά πάντα βοηθά επίσης. Με λόγια ή χωρίς λόγια, με κλάμα ή σιωπηλά.

Αυτά που πρέπει να μας ανησυχήσουν σε ένα παιδί όταν θρηνεί είναι:

  • Η παρατεταμένη αποχή από το παιχνίδι και από τις σχέσεις με συνομηλίκους.
  • Οι επίμονες κατηγορίες του παιδιού που απευθύνονται προς τον εαυτό του ή άλλους, που θεωρεί υπεύθυνους για τον θάνατο.
  • Η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (ναρκωτικά, ροπή για ατυχήματα) και οι επίμονες σκέψεις αυτοκτονίας.
  • Τα παρατεταμένα σοβαρά προβλήματα στην σχολική επίδοση ή στις σχέσεις με τους συμμαθητές και τους δασκάλους.
  • Η πλήρης ταύτιση με το άτομο που πέθανε και η συστηματική προσπάθεια του παιδιού να καλύψει το κενό που δημιούργησε ο θάνατος στην οικογένεια.
  • Οι παρατεταμένες διαταραχές στην διατροφή ή/και στον ύπνο.
  • Οι έντονες και παρατεταμένες σωματικές ενοχλήσεις και συμπτώματα παρόμοια με αυτά που παρουσίαζε στο παρελθόν το άτομο που πέθανε.

Κάποια παιδιά είναι πιο ευάλωτα:

  • Αυτά που ήδη είχαν νοητικά ή συναισθηματικά προβλήματα ή ακόμα προβλήματα συμπεριφοράς πριν τον θάνατο του αγαπημένου προσώπου.
  • Αυτά που είχαν βιώσει και άλλες απώλειες στο παρελθόν (άλλο θάνατο, διαζύγιο γονέων, κακοποίηση).
  • Αυτά που ο θάνατος του αγαπημένου προσώπου έγινε κάτω από ιδιαίτερα τραυματικές συνθήκες (αυτοκτονία, δολοφονία).

Σύμφωνα με τη Ross, από τη στιγμή της ανακοίνωσης του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου μέχρι και τη στιγμή της αποδοχής του, τα άτομα περνούν από 5 στάδια- φάσεις (τα στάδια αυτά είναι κοινά σε κάθε μεγάλη απώλεια τόσο στον ίδιο τον πάσχοντα όσο και στους οικείους του) και αυτά είναι: άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή. Δεν περνούν όλοι επιτυχώς από όλα τα στάδια και μάλιστα κάποιοι δε φτάνουν ποτέ στην αποδοχή και μένουν σ προηγούμενα στάδια κυρίως αυτό της κατάθλιψης και της άρνησης.

Πολλές φορές τα στάδια αυτά, αν και όχι απαραίτητα όλα με τη συγκεκριμένη σειρά, κάνουν την εμφάνιση τους και στο πένθος των παιδιών, σε συνάρτηση πάντα με την ηλικία αλλά και το γνωστικό τους επίπεδο.

Τα παιδιά και τα βρέφη είναι τα πιο ευάλωτα άτομα μέσα στην οικογένεια όταν πεθαίνει ένα πρόσωπο το οποίο αποτελεί και την κύρια πηγή φροντίδας γι’ αυτά, όπως π.χ. η μητέρα. Τα παιδιά, ειδικά τα μωρά, επενδύουν όχι μόνο την αγάπη τους αλλά και όλες τις ανάγκες τους, την προσωπικότητα αλλά και τις δυνατότητες εξέλιξης τους στη μητέρα τους. Οπότε υπόκεινται τις μεγαλύτερες συνέπειες. Η δομή της οικογένειας παύει να υπάρχει πλέον ως ήταν πριν με αυτή πλέον την αλλαγή να αποτελεί και το βασικότερο παράγοντα του πένθους.

Ο τρόπος και οι συνθήκες θανάτου επίσης επηρεάζουν πολύ τη διαδικασία του πένθους. Για παράδειγμα, ο αναμενόμενος θάνατος (π.χ. από μία ασθένεια) δίνει την ευκαιρία στο άτομο να προετοιμαστεί ψυχολογικά για την απώλεια και να αποχαιρετήσει το μέλλοντα νεκρό.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η τοποθεσία του θανάτου. Για παράδειγμα, αν ένας γονιός πεθάνει μέσα στο σπίτι, τα παιδιά μπορεί να συνδέσουν τους χώρους αυτούς του σπιτιού με την απώλεια και τον πόνο που επιφέρει.

Η κηδεία μπορεί ακόμα να συμβάλει και αυτή στον τρόπο που θα πενθήσει ένα παιδί. Παιδιά που δεν έχουν προετοιμαστεί κατάλληλα μπορεί μέχρι και δυο χρόνια μετά να παρουσιάσουν ψυχολογικές δυσκολίες. Αυτά τα παιδιά επίσης είναι πιο δύσκολο και να μιλήσουν για τον νεκρό.

Το φύλο του γονιού που πεθαίνει είναι ακόμη παράγοντας διαφοροποίησης του πένθους, με επιπτώσεις χειρότερες όταν χάνει την μητέρα.

Η σχέση που είχε το παιδί με το γονιό που πεθαίνει είναι επίσης καθοριστική για την πορεία του πένθους. Δηλαδή, πόσο προσκολλημένο ήταν το παιδί, τί εξάρτηση και τί αλληλεπίδραση είχε με αυτόν. Παίζει ρόλο όμως, όπως είπαμε το φύλο του γονιού αλλά και η ηλικία του, όπως και το φύλο και η ηλικία του παιδιού.

Ο βαθμός λειτουργικότητας του γονιού που μένει πίσω επίσης διαγράφει την πορεία του πένθους. Μια θετική αντιμετώπιση, που παρέχει ασφάλεια και πειθαρχία, λειτουργεί προστατευτικά στα παιδιά που έχουν χάσει τον ένα γονέα, άσχετα από το σύνολο των αρνητικών γεγονότων της ζωής που ακολουθεί.

Η ίδια η οικογένεια αν λειτουργεί σαν σύνολο, με θετική συνεισφορά των μελών της βοηθά το κάθε μέλος της να ανταπεξέλθει καλύτερα και το παιδί βεβαίως. Οικογένειες με μεγαλύτερο μέγεθος συχνά είναι πιο λειτουργικές από μικρές οικογένειες. Φαίνεται ότι δίνουν περισσότερες ευκαιρίες για ελπιδοφόρο ανατροφοδότηση, παρηγοριά και αναστοχασμό. Οι δεμένες οικογένειες λοιπόν παρουσιάζουν γενικότερα καλύτερη συμπεριφορά προς την αποδοχή ενός μέλους. Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας, οι σχέσεις με συγγενείς, φίλους και κοινότητα παίζουν θετικό ρόλο στην ανταπόκριση στον πόνο με καλύτερη στάση, όταν αυτά είναι λειτουργικά.

Είναι ενδιαφέρουσα η εργασία της Ελένης Ντολάντζα“Λογοτεχνικές απεικονίσεις του θανάτου σε βιβλία για παιδιά προσχολικής και πρωτοσχολικής ηλικίας” που παρουσιάζουν οχτώ παιδικά βιβλία και τον τρόπο που λογοτεχνικά παρουσιάζονται διαδικασίες και φάσεις πένθους στο σώμα των βιβλίων αυτών.

Με λογοτεχνικό τρόπο, ταυτόχρονα όμοια ασκώντας λειτουργίες ανακουφιστικές, κοινωνικές, ποιητικές ή/ και πληροφοριακές στο μικρό παιδί γύρω από το γεγονός του θανάτου, τα βιβλία αυτά είναι καλό να έχουμε υπόψη μας ως βοηθητικό υλικό στην παρέμβαση μας με τα παιδιά.

Τα βιβλία αυτά είναι:

Ο αθάνατος γαϊδουράκος(εκδ. Πατάκη, 2002),Αντίο Ποντικούλη(εκδ. Ελληνική Παιδεία, 2003), Ο παππούς πετάει(εκδ. Κάστωρ, 2000), Για πάντα μαζί(εκδ. Πατάκη, 2003), Ο παππούς του Ρόκο(εκδ. Μικρή Μίλατος, 2003),Το λουλουδόπαιδο (εκδ. Μίνωας, 2004), Η μαμά του Νικολάκη(εκδ. Παρατηρητής, 1996), Το φύλλο που δεν ήθελε να πέσει(εκδ. Άγκυρα, 2007).

Μέσα από τα βιβλία αυτά βγαίνουν κάποια σταθερά νοήματα:

  • Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε χωριό ή σε μικρές επαρχιακές πόλεις παίζουν μπάλα στα νεκροταφεία, η ζωή έχει αρχή και τέλος και είναι εξοικειωμένοι με αυτό που γεμίζει τρόμο πως ακούς: το θάνατο.
  • Κάθε οικογένεια χειρίζεται το θέμα διαφορετικά ανάλογα με τα πιστεύω της.
  • Τα παιδιά πληγώνονται όταν πληγώνονται οι γονείς.
  • Η λέξη «θάνατος» δεν είναι άγνωστη στο παιδί. Την έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές στα παιχνίδια του, φωνάζοντας «είσαι νεκρός» «πέθανες τώρα»….
  • Ο θάνατος για το παιδί είναι σαν παιχνίδι που του επιτρέπει να εξωτερικεύει τα συναισθήματα του για την ζωή, την αγάπη και το μίσος. Όμως υπάρχει απόσταση μεταξύ παιχνιδιού και πραγματικότητας.
  • Στα νηπιαγωγεία δεν μιλούν ποτέ για το θάνατο παρά μόνο όταν βρεθεί μπροστά, π.χ. πεθαίνει κάποιος συγγενής που τότε πρέπει με λόγια απλά να συζητηθεί το θέμα και τα παιδιά να παρασύρονται, να εκφράζουν τη λύπη τους.
  • Πρέπει να τα διαβεβαιώσουμε ότι είναι κάτι που συνήθως συμβαίνει στα βαθιά γεράματα και έτσι η ζωή είναι μπροστά τους ώστε να αμβλυνθεί η αγωνία τους.
  • Τις περισσότερες φορές οι γονείς αποφεύγουν να μιλήσουν για το θάνατο γιατί δεν μπορούν οι ίδιοι να διαχειριστούν το πένθος τους. Από τη στιγμή που δεν το έχουν αποδεχτεί δεν μπορούν να το συζητήσουν με τα παιδιά τους.

Συχνά μία ιστορία είναι ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσεις ένα διάλογο. Έτσι νιώθουν ότι δεν είναι μόνα τους σε αυτό που βιώνουν και η εμπειρία τους παίρνει πια φυσιολογικές διαστάσεις. Το βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε σε γκρουπ στο σχολείο ή στην οικογένεια ή σε μία ένα- προς- ένα διαδικασία.

Τόσο με ιστορίες όσο και με σχέδιο (ή άλλες μορφές τέχνης και έκφρασης) ή και ταινίες ένα παιδί μπορεί να βοηθηθεί στην επαφή του με το συναίσθημά του, στην ικανότητά του να ονομάσει αυτό που νιώθει και να μιλήσει γι’ αυτό, μέσα από ελεύθερη έκφραση και κατανόηση ότι αυτό που νιώθει είναι φυσιολογικό. Να βοηθηθεί επίσης να καταλάβει την συμπεριφορά των γύρω του και να βρει ικανοποιητικούς τρόπους για την ψυχική του υγεία να συμμετέχει στα ήθη και έθιμα του πένθους και να ακολουθεί τις ρουτίνες της νέας του πραγματικότητας και της καινούριας καθημερινότητας.

Το παιδί λοιπόν μέσα από την παρέμβαση πρέπει να κατανοήσει, να εκφραστεί, να αντιμετωπίσει.

Σκοπός όλων των παρεμβάσεων είναι να δείξουμε στο παιδί που πενθεί, ότι η ζωή του δεν θα πάψει να είναι “μία καλή και γεμάτη αγάπη ζωή”. Άρα, στόχος είναι να βρει το παιδί τους κατάλληλους τρόπους, με τη βοήθεια που θα του προσφερθεί, να συνεχίσει να έχει μία ικανοποιητική, παραγωγική και ευτυχισμένη ζωή.

Δεν είναι τόσο σημαντικό να αναζητούμε σωστές απαντήσεις στα ερωτήματα του παιδιού για το θάνατο, όσο το να έχουμε μία καλή εποικοδομητική σχέση μαζί τους και να είμαστε διαθέσιμοι. Πίσω από μία ερώτηση που μας κάνει το παιδί, μπορεί να κρύβονται βαθύτερες ανησυχίες και προβληματισμοί. Πρέπει να είμαστε σε θέση να τις αντιμετωπίσουμε και να ανταποκριθούμε όντας παρατηρητικοί στους μη λεκτικούς και στους συμβολικούς τρόπους επικοινωνίας του παιδιού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.